Τρίτη 28 Μαΐου 2013
Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΣΕΡΡΩΝ
Όνομα
Οι Σέρρες αναφέρονται πάντα στον πληθυντικό. Όταν αναφέρονται στο τρίτο πρόσωπο, αρκετοί από τους ντόπιους χρησιμοποιούν τον τύπο: "τας Σέρρας" (της Καθαρευούσης), αντίθετα με τη χρήση στη Δημοτική(τις Σέρρες). Παράδειγμα χρήσης: "Είμαι από τας Σέρρας". Υπάρχουν μερικοί που υποστηρίζουν ότι το όνομα της πόλης δεν είναι "ΟΙ ΣΕΡΡΕΣ" αλλά "ΤΑ ΣΕΡΡΑΣ" (χωρίς το "Σ" του άρθρου στην αιτιατική). Τούτο φαίνεται να πηγάζει από το ότι στην τοπική ντοπιολαλιά το "Σ" "τρώγεται" κι όταν ρωτήσεις κάποιον :"από πού είσαι;" θα σου απαντήσει: ΑΠ'ΤΑ ΣΕΡΡΑΣ. Υποστηρικτής αυτής της άποψης είναι ο εκδότης του τοπικού περιοδικού "ΓΙΑΤΙ" και συγγραφέας της "Εικονογραφημένης ιστορίας των Σερρών" Βασίλης Τζανακάρης. Επίσης, το ίδιο υποστηρίζει ο Γεώργιος Καφταντζής, συγγραφέας του βιβλίου "Η ιστορία των Σερρών".
Ιστορία
Η πόλη των Σερρών εμφανίζεται πρώτη φορά στην ιστορία στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα. Την αναφέρει ο Ηρόδοτος με το όνομα "Σίρις" και τον προσδιορισμό "Παιονική", ενώ τους κατοίκους τους ονομάζει Σιροπαίονες. Το αρχαιότερο επιγραφικό μνημείο που διασώζει τη γραφή "Σιρραίων πόλις" είναι ρωμαϊκής εποχής και βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σερρών. Η πόλη δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή κατά τους αρχαίους χρόνους και τη ρωμαϊκή κυριαρχία, αλλά στους βυζαντινούς χρόνους αναφέρεται ως "μέγα και θαυμαστόν άστυ", μεγάλη, ισχυρή και πλούσια, ενώ αποτέλεσε πρωτεύουσα του θέματος του Στρυμώνα. Το 1204 μ.Χ. πέρασε στα χέρια των Φράγκων, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1230, οπότε την κατέλαβαν οι Βούλγαροι. Το 1245 ανακατέλαβε την πόλη το Βυζάντιο υπό την εξουσία των Παλαιολόγων. Ενώ από το 1383 έως το 1913 η πόλη ήταν κάτω από την εξουσία τωνΟθωμανών. Το 1530 η πόλη είχε 343 χριστιανικά και 387 μουσουλμανικά νοικοκυριά[εκκρεμεί παραπομπή]. Σερραίος ήταν ο Φίίππος Πέτροβιτς, ο νεαρότερος οπαδός του Ρήγα Φεραίου που συνελήφθη το 1798 στη Βιέννη[1][2]. Αρκετοί Σερραίοι πολέμησαν στην επανάσταση του 1821, όπως ο Ζαχαρίας Αθανασίου, οΧατζή Πολυχρόνης Αδάμ, ο Δημήτριος Αδάμης και ο πυροβολητής Κωνσταντίνος Μπαλτάς, ο πρώτος νεκρός στην πολιορκία τουΜεσολογγίου.[3]
Κατά το Μακεδονικό Αγώνα οι Σερραίοι αγωνίστηκαν κατά Βουλγάρων κομιτατζήδων και Οθωμανών τοπικών αρχόντων με κυριότερους οπλαρχηγούς, τους Δούκα Γκαϊτατζή (καπετάν Ζέρβα), Ιωάννη Δεμερτζή και Θεόδωρο Μπουλασίκη, ενώ στον οργανωτικό τομέα πρωτοστάτησαν ο Θωμάς Αβραμιάδης, ο Οδυσσέας Αργυριάδης, ο Θεόδωρος Ιωαννίδης, ο Δημοσθένης Μέλφος, ο Ιωάννης Παπάζογλου, ο Μιλτιάδης Σκόρδας, ο Αναστάσιος Χρυσάφης και ο μητροπολίτης Ζιχνώνκαι Νευροκοπίου Θεοδώρητος.[4]
Στις 28 Ιουνίου 1913 η πόλη πυρπολήθηκε άγρια από τους Βουλγάρους, καθώς αυτοί οπισθοχωρούσαν προβλέποντας την ήττα τους από τον Ελληνικό Στρατό που προήλαυνε και στις 29 Ιουνίου του 1913 απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό.
Στο Β' παγκόσμιο πόλεμο η πόλη κατακτήθηκε από τους Γερμανούς, οι οποίοι δεν κατόρθωσαν να "σπάσουν" τα οχυρά του Ρούπελ στην πορεία τους μέσω της Βουλγαρίας από την κοιλάδα του Στρυμόνα, αλλά παρακάμπτοντας τα οχυρά μπήκαν στη Θεσσαλονίκη κι εκ των υστέρων η διοίκηση των οχυρών αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει και να παραδώσει την πόλη στους κατακτητές. Οι Γερμανοί θαυμάζοντας τον ηρωισμό των φυλάκων των οχυρών, στην τελετή παράδοσης τους απέδωσαν τιμές ηρώων και τους επέτρεψαν να πάνε στις Σέρρες με κανονική φάλαγγα και με τον οπλισμό τους για να τον παραδώσουν εκεί στη στρατιωτική διοίκηση κατοχής. Οι Γερμανοί δεν έμειναν στην πόλη ως στρατός κατοχής, αλλά την παρέδωσαν στους Βουλγάρους συμμάχους τους. Οι τελευταίοι, έχοντας και τα προηγούμενα των παλαιοτέρων κατοχών της πόλης, ήταν πολύ σκληροί, προσπάθησαν άλλη μια φορά να εξαλείψουν τα εθνικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού, επιβάλλοντας μέχρι και εκβουλγαρισμό των ελληνικών ονομάτων στους πολίτες και σε όσους δέχτηκαν αυτή την αλλαγή έδωσαν ειδικά προνόμια, κυρίως διπλή μερίδα τροφίμων. Σε όσους Έλληνες το φάσμα της πείνας και η ανάγκη οικογενειακής επιβίωσης ανάγκασε να Βουλγαρογραφούν (ατόφιος όρος της εποχής, που δείχνει ότι οι περισσότεροι απλώς "εγγράφησαν" ως δήθεν "Βούλγαροι"), οι υπόλοιποι Σερραίοι τους έδωσαν τον σαρκαστικό προσδιορισμό "Λαδοβούλγαροι" (αφού λάμβαναν διπλό κουπόνι τροφίμων έχοντας Βουλγαρογραφτεί). Το πόσο σκληρότερη ήταν η βουλγαρική κατοχή φαίνεται και από το γεγονός ότι πολλοί Σερραίοι δραπέτευαν (με κίνδυνο της ζωής τους) στην περιφέρεια Θεσσαλονίκης που την κατείχαν οι Γερμανοί με πολύ πιο ήπια συμπεριφορά προς τον Ελληνικό πληθυσμό, αλλά κυρίως θα ζούσαν στην γερμανοκρατούμενη μεν, αλλά τουλάχιστον Ελλάδα. Από το Στρυμώνα μέχρι σχεδόν τις όχθες του Έβρου ήταν πλέον "Βουλγαρία" και παρέμεινε έτσι μέχρι τον Οκτώβριο του 1944. Μετά την ήττα του άξονα και την επερχόμενη απελευθέρωση, οι Βούλγαροι εγκαταλείποντας την πόλη, την πυρπόλησαν σε ένα τμήμα της για δεύτερη φορά. Στις πυρκαγιές οφείλεται το ότι η σημερινή πόλη είναι νεόκτιστη με ελάχιστα παλαιά κτίρια να σώζονται. Αλλά και κτίρια που διασώθηκαν από τους εμπρησμούς κατεδαφίστηκαν αργότερα, στη δεκαετία του '60 κι έπειτα και στη θέση τους χτίστηκαν πάνω στο παλιό σχέδιο Δοξιάδη μέσω του συστήματος της αντιπαροχής.
Μερικά ιστορικά κτίρια που είχαν απομείνει, επειδή δεν υπήρξαν ποτέ σχέδιο και βούληση διατήρησης του χρώματος της πόλης, επιτράπηκε να κατεδαφιστούν, είτε από τους ιδιοκτήτες τους, αφού η πολιτεία δεν είχε φροντίσει να τα διασώσει χαρακτηρίζοντάς τα ως διατηρητέα, είτε από τις δημοτικές αρχές της πόλης, παρά την κατακραυγή μεγάλης μερίδας των κατοίκων.
Μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, παρόλο που της κυβέρνησης ηγείτο Σερραίος πρωθυπουργός, ο Νομός και η πόλη δεν αναπτύχθηκαν όπως χρειαζόταν. Οι χαμηλές τιμές των αγροτικών προϊόντων οδήγησαν τον κάμπο σε μαρασμό και τους κατοίκους σε μετανάστευση, εσωτερική και εξωτερική, με πολλούς μετανάστες στη Δ. Γερμανία.
Ο πραγματικός πληθυσμός της πόλης σήμερα ανέρχεται σε 100.000 κατοίκους περίπου συμπεριλαμβανόμενων των φοιτητών της πόλης. Το Τ.Ε.Ι Σερρών έχει αριθμό φοιτητών που ξεπερνά τους 10.000 με τάσεις αύξησης. Είναι η δεύτερη πόλη σε πληθυσμό της Μακεδονίας μετά τη Θεσσαλονίκη, ενώ ο Νομός έχει πληθυσμό περίπου 200.000.
Aκρόπολη (Κουλάς)
Η Ακρόπολη (Κουλάς) είναι επίσης γνωστό ως ο "Πύργος του Ορέστη". Κατά τη Βυζαντινή περίοδο, σε χρυσόβουλα αυτοκρατόρων, αναφέρεται ως «Κάστρο». Είναι σημαντικός πύργος που υψώνεται στο δυτικό άκρο ενός πευκόφυτου λόφου στις Σέρρες. Χρονολογείται από το Ζ' και ΣΤ' π.Χ. αιώνα και ήταν αρχαίο οχυρωματικό φρούριο που υπεράσπιζε την αρχαία πόλη. Η ίδρυση της Ακρόπολης ανάγεται στον 9ο μ.χ αιώνα , όταν ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς κατασκεύασε οχυρωματικά έργα στην πόλη των Σερρών.
Στον λόφο του Kούλα σήμερα βρίσκεται Βυζαντινή Ακρόπολη Σερρών από την οποία έχει σωθεί μέχρι σήμερα ο "Πύργος του Oρέστη", γνωστός και ως ο "Πύργος του Βασιλέως". Η ονομασία "Πύργος του Ορέστη" οφείλεται από το όνομα του κατασκευαστή του. Σήμερα το ύψος του είναι περίπου 18 μέτρα αλλά υπολογίζεται ότι αρχικά και με τις επάλξεις του ότι έφτανε τα 20 μέτρα. Αυτός ο πύργος ήταν το τελευταίο σημείο άμυνας σε περίπτωση που ο εχθρός καταλάμβανε την Ακρόπολη. Είναι γνωστός για τις δυο κεραμικές επιγραφές που υπάρχουν στην δυτική του πλευρά οι οποίες όμως με το πέρασμα των αιώνων έγιναν δυσανάγνωστες. Περισσότερο ενδιαφέρον έχει η επιγραφή στο δεξιό άκρο η οποία κατα την επικρατέστερη άποψη γράφει: "ΠΥΡΓΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΟΝ ΕΚΤΙΣΕΝ ΟΡΕΣΤΗΣ"











